Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Ο Σερζ Λατούς στο Ελληνικό...

 
Την Δευτέρα 9 Μαϊου, στις 1.30 μμ θα υποδεχτούμε στον χώρο του Πολιτιστικού Κέντρου Ελληνικού (πρώην Αμερικάνικη Βάση) τον Γάλλο καθηγητή Σερζ Λατούς, που έρχεται στη χώρα μας προσκεκλημένος από μια σειρά συλλογικότητες για να μιλήσει στις 10 Μαϊου, στις 19.30, στο Ε.Μ.Π με θέμα: «Από το δυστύχημα της ανάπτυξης στο στοίχημα της αποανάπτυξης».
Στη συνάντηση θα παρευρίσκεται και ο Δήμαρχος Ελληνικού – Αργυρούπολης Χρήστος Κορτζίδης.
Στην συνέχεια θα «ξεναγήσουμε» τον Σερζ Λατούς στον «αυτοδιαχειριζόμενο αγρό» και στον χώρο του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού, τον οποίο σχεδιάζει να «αξιοποιήσει» η σημερινή κυβέρνηση προωθώντας την εκποίηση, την ιδιωτικοποίηση και την δόμηση της δημόσιας γης στα πλαίσια της «ανάπτυξης» της χώρας.
Ο Σερζ Λατούς θεωρεί ότι:
« …η μεγέθυνση και η ανάπτυξη είναι δύο μύθοι της οικονομίας που οδηγούν τον κόσμο στον αφανισμό» και προτείνει την δημιουργία «συμβιωτικών, αυτόνομων, οικονόμων κοινωνιών» με ένα πρόγραμμα που να περιλαμβάνει «αναδιανομή, αναδόμηση, μείωση, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση κλπ». Η συγκεκριμένη πρόταση δεν αποτελεί «ετοιμοπαράδοτο μοντέλο» αλλά «ουτοπία κινητήρια και δημιουργική» για να διερευνήσουμε «τρόπους συλλογικής άνθησης που δεν θα καταστρέφουν το περιβάλλον και τον κοινωνικό δεσμό».
Την υποδοχή του Σερζ Λατούς οργανώνουν μέλη της «Πρωτοβουλίας για έναν αυτοδιαχειριζόμενο αγρό στο Ελληνικό» και της «Επιτροπής Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Ελληνικού»

Πρωτοβουλία για έναν αυτοδιαχειριζόμενο αγρό στο Ελληνικό - agroselliniko@gmail.com

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά...

 
Περίληψη εισήγησης Γιάννη Κλ. Ζερβού στο 11ο Πανελλήνιο συνέδριο αρχιτεκτόνων, Ζάππειο μέγαρο 17-20 Μαρτίου

Η Ευρωπαϊκή αντίληψη για τη διατήρηση της Ευρωπαϊκής, ακίνητης πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, μετά τους προβληματισμούς του 19ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του 20ου, εξελίχθηκε από τη μικροκλίμακα του μεμονωμένου μνημείου, που η πολιτεία υποχρέωνε τον ιδιώτη να διατηρήσει με θυσίες δικές του, μέχρι τη μακροκλίμακα της πόλης, του τοπίου και της έννοιας του πολιτιστικού αγαθού.
Η πολιτεία πλέον αναλαμβάνει την υποχρέωση να εντάσσει στον αειφόρο, πολυτομεακό, αναπτυξιακό σχεδιασμό[1], τη διατηρήση[2] και την αξιοποίηση αυτής της κληρονομιάς, σύμφωνα με τις αρχές, που έχουν θεσμοθετηθεί με συγκεκριμένες συμβάσεις. Στη Διακήρυξη του Amsterdam του 1975, διαβάζουμε ότι, «Η ανεπανάληπτη αρχιτεκτονική της Ευρώπης, είναι κοινή κληρονομιά όλων των λαών της[3]» και «αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς όλου του κόσμου[4]».
Η Ευρωπαϊκή Αρχιτεκτονική Κληρονομιά, περιλαμβάνει και τη σύγχρονη αρχιτεκτονική δημιουργία, σαν πιθανή κληρονομιά του μέλλοντος. Επομένως, αντιμετωπίζεται σαν ενιαίο σύνολο ακίνητων πολιτιστικών αγαθών, όλων των εποχών, συμπεριλαμβανομένης και της εκάστοτε σύγχρονης. Η Ακίνητη Ευρωπαϊκή Κληρονομιά, Αρχιτεκτονική και Αρχαιολογική, είναι μέρος του ανθρωπογενούς ,αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος. Πρέπει να προστατευθεί σφαιρικά, να διατηρηθεί σαν μη ανανεώσιμος πόρος και ν' αξιοποιηθεί μέσω της ενσωμάτωσής της στον αειφόρο αναπτυξιακό, χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, για την παραγωγή κοινωνικής και οικονομικής υπεραξίας .
Η Ελλάδα κύρωσε πέρυσι τη σύμβαση για το τοπίο. Η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου»[5], το κείμενο της οποίας μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να θεωρηθεί αόριστο, βασίζεται ρητά και δηλώνεται αυτό στην εισαγωγή της, σε συγκεκριμένες συμβάσεις, που αφορούν το φυσικό και το ανθρωπογενές περιβάλλον. Για το φυσικό περιβάλλον, βασίζεται στη διεθνή σύμβαση της Βέρνης (1979), για την άγρια φύση [6] και τους φυσικούς οικοτόπους. Βασίζεται επίσης στη σύμβαση του Ρίο (1992), για τη βιοποικιλότητα [7]. Οι δύο αυτές συμβάσεις συμβάλουν αποφασιστικά στο καθορισμό των χρήσεων γης. Όσον αφορά στο ανθρωπογενές περιβάλλον, έχουν ληφθεί υπ' όψη εκείνες που διέπουν αποκλειστικά την Ακίνητη πολιτιστική και φυσική κληρονομιά, δηλαδή η σύμβαση της Γρανάδας(1985) για την Αρχιτεκτονική[8], η σύμβαση της Βαλλέττα - Μάλτας (1992) για την Αρχαιολογική [9] και η σύμβαση των Παρισίων (1972) για την παγκοσμίου αξίας κληρονομιά [10]. Οι συγκεκριμένες συμβάσεις, είναι σε πλήρη αλληλοεξάρτηση, και αποτελούν εξ ολοκλήρου, το σκέλος του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου.
Εννοιολογικά, οι τρείς αυτές συμβάσεις, επομένως και το σκέλος του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου, βασίζονται στην ομάδα των κειμένων, που έχουν προκύψει, από τον διεθνή επιστημονικό προβληματισμό στη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Αναφέρομαι στο Χάρτη των Αθηνών (1931), στο Χάρτη της Βενετίας (1964), στη Διακήρυξη του Amsterdam (1975) και στο Χάρτη των Ιστορικών Πόλεων και Ιστορικών Αστικών Περιοχών, Washington (1987). Τα κείμενα αυτά, έχουν αποτυπώσει την Ευρωπαϊκή αντίληψη για τη διατήρηση και συγχρόνως αξιοποίηση της Ακίνητης πολιτιστικής Ταυτότητας της Ευρώπης. Τα κείμενα αυτά είναι παραπληρωματικά. Το καθένα διευρύνει το πεδίο του προηγούμενου χωρίς να το αναιρεί.
Οι συμβάσεις της Γρανάδας για την αρχιτεκτονική, της Βαλλέττα - Μάλτας για την αρχαιολογική, των Παρισίων για την «παγκοσμίου αξίας» κληρονομιά και της Φλωρεντίας για το Ευρωπαϊκό Τοπίο, αποτελούν την αναγκαία και ικανή επιστημονική και νομική βάση, για την επικαιροποίηση του Συντάγματος, σε ότι αφορά το Ανθρωπογενές Περιβάλλον. Κατ' επέκταση, το ίδιο ισχύει για τον «Νόμο για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς»[11], ο οποίος επιμελώς αγνοεί τους ορισμούς των συμβάσεων του συμβουλίου της Ευρώπης που διέπουν τη σχέση αλλά και τη διάκριση μεταξύ της Αρχιτεκτονικής και της Αρχαιολογικής κληρονομίας.
- Η Αρχιτεκτονική κληρονομιά ορίζεται σε μνημεία , σύνολα και τόπους που κατοικούνται.
- Η Ακίνητη Αρχαιολογική κληρονομιά ορίζεται σε αρχαιολογικά μνημεία, σύνολα και τόπους, που είναι προϊόντα έρευνας ή ανασκαφής.
Ο επικείμενος νέος ΓΟΚ, διαβάζουμε στις εφημερίδες ότι θα είναι «Πράσινος». Δεν αρκεί να είναι πράσινος, ενεργειακός, βιοκλιματικός, στατικός ή πολεοδομικός, σύγχρονος ή ιστορικός, πρέπει να είναι όλα αυτά μαζί, πρέπει να είναι «Αρχιτεκτονικός», να συντονίζεται ουσιαστικά με τις παραπάνω συμβάσεις, και να επιτρέπει το σύγχρονο φάσμα της έκφρασης. Το Αρχιτεκτονικό έλλειμμα που υπάρχει στην χώρα, είναι ευρύτερα πολιτισμικό και πολιτιστικό έλλειμμα. Επομένως δεν είναι κλαδικό, είναι κυρίως εθνικό ζήτημα.
Όσον αφορά τα προεδρικά διατάγματα γιά τους οικισμούς, έχει διαπιστωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, ότι έχει επικρατήσει στον ελλαδικό χώρο, ο μιμητισμός και η αισθητική αντίληψη του «νεοπαραδοσιακού υποκατάστατου[12]», σαν μοναδική λύση για τη διατήρηση και αξιοποίηση της πολιτιστικής και φυσικής μας ταυτότητας. Η ελληνική κοινωνία, χωρίς κριτική σκέψη, προσπαθεί να διατηρήσει την όποια πολιτιστική της ταυτότητα, μέσω της "αποστήθισης" μορφολογικών και λειτουργικών προτύπων άλλων εποχών, αγνοώντας ότι κάθε ιστορική εποχή, συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής, συμβάλλει με το αποτύπωμά της στη φυσιολογική εξέλιξη της παράδοσης, η οποία συντελείται από θραύσματα ταυτοτήτων όλων των εποχών, σε υλική και άϋλη διαστρωμάτωση και αλληλοεπίδραση.
Δεν αφαιρείται το δικαίωμα στο σύγχρονο αποτύπωμα σε κανένα από τα παραπάνω επιστημονικά και θεσμικά κείμενα. Το αντίθετο, επιβάλλεται η διάκριση της εκάστοτε σύγχρονης εποχής από όλες τις υπόλοιπες και αυτό σε όλες τις κλίμακες του σχεδιασμού. Το αποτύπωμα της δικής μας εποχής αποτελεί, εν δυνάμει και αυτό, μέρος της κληρονομιάς του μέλλοντος. Πρέπει να εκτείνεται, χωρίς αποκλεισμούς, σε όλο το σύγχρονο φάσμα της έκφρασης και σε όλες τις κλίμακες του δομημένου χώρου.
Για όλα τα παραπάνω, η ουσιαστική ενεργοποίηση των συμβάσεων, που έχουν κυρωθεί για τη Ακίνητη πολιτιστική και φυσική κληρονομιά, αποτελεί επιστημονικό και νομικό μονόδρομο, για μία βιώσιμη και αειφόρο ανάπτυξη ,με κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιεχόμενο. Η ανάπτυξη αυτού του είδους, βασίζεται σε μία διεπιστημονική προσέγγιση και δεν είναι εφικτή χωρίς την κατοχύρωση των προσόντων και των δικαιωμάτων του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα.

Η πολιτεία ελπίζω να το αντιληφθεί.
Αν αυτό δεν συμβεί, ο Σύλλογος θα επιληφθεί.
Ζάππειο Μέγαρο, 19 Μαρτίου 2011
Γιάννης Κλ. Ζερβός

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Γιάννης Ζερβός του Κλεάνθη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951.
Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο «Federico II», στη Napoli της Ιταλίας.
Ελεύθερος επαγγελματίας.
Μέλος του Δ.Σ. του ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ.
Μέλος της Μόνιμης Επιτροπής Θεμάτων Πολιτισμού & Πολιτιστικής Κληρονομιάς του ΤΕΕ.
Τέως μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Τμήματος ICOMOS.
Έχει συνυπογράψει τον διεθνή χάρτη αρχών για την διατήρηση των τοιχογραφιών.
ICOMOS Principles for the preservation and conservation-restoration of Wall Paintings, Copenhagen,
Thessaloniki, Victoria Falls 2003
-----------------------------------------
[1] Sustainable Development - Développement Durable - Sviluppo Sostenibile.
[2] Integrated Conservation - Conservation Intégrée - Conservazione Integrata.
[3] CONGRESS ON THE EUROPEAN ARCHITECTURAL HERITAGE 21 - 25 October 1975 - The Declaration of Amsterdam.
[4] op. cit.
[5] N.3827/2010, Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου.
[6] Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats, Bern, 19.IX.1979
[7] Convention on Biological Diversity, Rio de Janeiro, 5 June 1992
[8] Ν. 2039/92 , Σύμβαση της Γρανάδας.
[9] Ν .3378/05 , Σύμβαση της Μάλτας.
[10] Ν. 1126/81, Παρίσι, , Σύμβαση της UNESCO για την παγκόσμια φυσική και πολιτιστική κληρονομιά .
[11] Νόμος 3028/2002, ΦΕΚ 153. Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
[12] Συντήρηση και αναβίωση παραδοσιακών κτιρίων και συνόλων ΒΟΛΟΣ 1981, πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, σ. 12.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Μανιφέστο του Ελληνικού Δικτύου για την Απoανάπτυξη

1. Υπάρχει ένας μύθος που σμίλεψε τον τελευταίο αιώνα το κοινωνικό φαντασιακό ο οποίος, ακόμα και σήμερα, συνιστά το κοινό υπόβαθρο των πολιτικών ιδεολογιών της νεωτερικότητας, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς: ο μύθος της «ανάπτυξης». Ένας μύθος με τον οποίο συνδέεται άρρηκτα η ιδέα της «απεριόριστης ανάπτυξης», ένας μύθος ο οποίος έφερε τις «αξίες» της παραγωγικής μεγιστοποίησης, της κατανάλωσης και του κέρδους για να μας παραδώσει στην σύγχρονη θρησκεία της παγκοσμιοποιημένης αγοράς.

2. Ο μύθος της «ανάπτυξης» διαμόρφωσε νοοτροπίες και συστήματα σκέψης που βασίζoνται στην απεικόνιση της ανθρώπινης υπόστασης σαν homo economicus: υποκείμενο δίχως δεσμούς, «γενικό», α-τοπικό, ατομικιστικό, ορθολογικό, ωφελιμιστικό και σταθερά προσανατολισμένο στην μεγιστοποίηση της απόδοσης συμφερόντων και ιδιωτικού πλούτου από την σκοπιά της αγοραστικής δύναμης. Ένα υποκείμενο παρεμβλημένο κατά τύχη σε ένα «περιβάλλον» εννοούμενο σαν «εξωτερικό» από αυτό, διαθέσιμο προς εκμετάλλευση και προς άνευ όρων προσαρμογή στους στόχους του και στους σκοπούς του, στο πλαίσιο μιας απεριόριστης διεύρυνσης της δυνατοτήτων του να το διαθέτει όπως νομίζει.

3. Πρόκειται για μια οπτική του κόσμου η οποία, αν και λανθασμένη, είχε χειροπιαστά αποτελέσματα σε επίπεδο ατομικής συμπεριφοράς και καταστροφικά αποτελέσματα σε εκείνο των πολιτικών, κοινωνικών και οικολογικών ισορροπιών. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η επιλογή της βιομηχανικής κοινωνίας να στοιχηματίσει μονομερώς στην συσσώρευση οικονομικού πλούτου και στην μεγιστοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, στάθηκε αιτία διάνυσης μιας περιόδου πρωτοφανούς οικονομικής ευημερίας στον δυτικό κόσμο, σχεδόν μοναδικής στην ιστορία του. Παρά ταύτα, η μονομέρεια της προσέγγισης κατέληξε στην υποθήκευση των κοινωνικών δεσμών και στην απειλή της ολικής κατάρρευσης των φυσικών οικοσυστημάτων. Το κόστος της οικονομικής κατάκτησης δεν επιβάρυνε μόνο την εργατική τάξη και τα υποκείμενα που θεωρούνται μη παραγωγικά, αλλά και τους πληθυσμούς των χωρών του υπόλοιπου κόσμου, αναγκασμένους να προσαρμοστούν τροποποιώντας τα κοινωνικά και παραγωγικά τους συστήματα σύμφωνα με τις δικές μας οικονομικές και πολιτικές απαιτήσεις.

4. Εισοδηματική αύξηση και οικονομική ευημερία στάθηκαν δυνατές χάριν της υπερεντατικής εκμετάλλευσης των οικολογικών συστημάτων. Αδιαμφισβήτητες επιστημονικές διαπιστώσεις - κλιματικό χάος, δραματική μείωση της βιοποικιλότητας κ.λ.π. - καταμαρτυρούν ότι το ισχύον αναπτυξιακό μοντέλο είναι ήδη μη βιώσιμο για την βιόσφαιρα.

5. Οι αρνητικές επιπτώσεις του φαινόμενου έγιναν έντονα αισθητές και σε κοινωνικό επίπεδο με την δημιουργία τάξεων νεόπτωχων, την αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων και την αύξηση της ανέχειας και της εργασιακής και υπαρξιακής αβεβαιότητας, σε ένα κλίμα γενικής απαισιοδοξίας για το μέλλον που προσλαμβάνει έως και μορφές βίας ή και αυτοκαταστροφικότητας. Το ισχύον αναπτυξιακό μοντέλο παρήγαγε, τις τελευταίες δεκαετίες, μια σημαντική αύξηση του χρόνου εργασίας, του αριθμού των υποαπασχολούμενων και του στρες, διάβρωσε τον ελεύθερο χρόνο του καθένα μας και τον χρόνο που απαιτούν οι σχέσεις μας, τον δικό μας χρόνο.

6. Σε πολιτικό επίπεδο, η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε ολοένα λιγότερα χέρια παρήγαγε μία εντυπωσιακή υπερσυγκέντρωση εξουσιών που, στην πραγματικότητα, άδειασε την δημοκρατία από αυθεντική ουσία. Η υπερκατανάλωση πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο μεταφράστηκε σε αύξηση των τοπικών συρράξεων για τον έλεγχο τους και, κατά συνέπεια, σε μία δραματική συστολή της δημοκρατικής προοπτικής.

7. Το πλέον απρόσμενο παράγωγο του ισχύοντος παραδείγματος είναι ο εθισμός σε μια μορφή προσαρμογής σε παθολογικές καταστάσεις. Η μόλυνση του περιβάλλοντος, οι κλιματικές ανωμαλίες, η αύξηση του αριθμού των αποκλεισμένων και η ενοχοποίηση τους ή οι συρράξεις για τον έλεγχο των πόρων, συνιστούν πλέον «φιλικά» τοπία τα οποία ζούμε παθητικά, δίχως τροποποίηση των συμπεριφορών μας ή των κοινωνικών μας δομών. Με λίγα λόγια, η «ανάπτυξη» δημιούργησε και δημιουργεί εξάρτηση.

8. Η πρόσκαιρη περίοδος πλούτου και δημιουργίας ευζωίας τείνει προς την δύση της και στον αναπτυγμένο κόσμο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 οι αυξομειώσεις του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος των ανεπτυγμένων χωρών δεν συνοδεύτηκαν από μία οποιαδήποτε ουσιαστική αύξηση πραγματικής ευημερίας. Η επιμονή στην ειδωλολατρία του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος σημαίνει σήμερα την τυφλή αποδοχή μιας ιδέας οικονομικής ευρωστίας που δεν λογαριάζει το κοινωνικό και οικολογικό κόστος της «ανάπτυξης».

9. Μπροστά στην διαπίστωση των κοινωνικών και οικολογικών ορίων της «ανάπτυξης», της υποβάθμισης που επιφέρει η εμπορευματοποίηση της ζωής και της αυξανόμενης συγκρουσιακότητας σε διεθνές επίπεδο για τον έλεγχο των πόρων, πιστεύουμε ότι επείγει η αλλαγή κατεύθυνσης μέσω της σοβαρής αμφισβήτησης του μύθου στον οποίο θεμελιώθηκε η κοινωνία μας. Εάν καταπολεμήσαμε την φτώχεια με όλες τις δυνάμεις μας, σήμερα αντιλαμβανόμαστε ότι οφείλουμε να αναθεωρήσουμε σοβαρά το μοντέλο της ευημερίας μας. Θέτουμε έτσι επί τάπητος μια θεματική παλιά και, ταυτόχρονα, άκρως επίκαιρη όπως εκείνη των «ορίων» ή, ακριβέστερα, του «μέτρου».

10. Ιδεολογικά, δεν είμαστε αντίθετοι σε κάθε μορφή «ανάπτυξης». Ο δρόμος για μια μελλοντική κοινωνία της βιωσιμότητας απαιτεί τον παραμερισμό ορισμένων κατηγοριών προϊόντων και νοοτροπιών ενώ προϋποθέτει την υποστήριξη ή την ανάπτυξη άλλων. Είμαστε όμως αντίθετοι στην υιοθέτηση της «ανάπτυξης» σαν βασικής αρχής προσανατολισμού του φαντασιακού μας. Θεωρούμε ότι η ποιότητα ζωής σε ένα περιορισμένο πλανήτη δεν μπορεί να συνεχίσει να εξαρτάται από μια γενικευμένη, ποσοτική, «ανάπτυξη» αλλά θα πρέπει να αναμετρηθεί με την ικανότητα μας να επαναπροσδιορίσουμε προτεραιότητες και να αναθεωρήσουμε, ποιοτικά, τεχνολογίες, θεσμούς και τρόπους εργασίας.

11. Σε γενικές γραμμές, επείγει η εξισορρόπηση της άνευ όρων παραγωγής με την συνειδητοποίηση της ανάγκης ανάπλασης, ανάκτησης, φροντίδας των άλλων, σχέσης, τόπων και περιβάλλοντος.

«Η αναφορά στην αποανάπτυξη», σημειώνει ο Λατούς, «ισοδυναμεί με πρόκληση». Από την μια πλευρά ισοδυναμεί με εικονοκλασία ενώ από την άλλη με ένα «άλλο» τρόπο αφήγησης της παρουσίας μας σε αυτό τον κόσμο. Είμαστε πεπεισμένοι ότι πρέπει να αμφισβητήσουμε την θεότητα που λατρέψαμε ή τα νοητικά τοπία και τα συμβολικά πλαίσια στα οποία κινηθήκαμε για αιώνες και τα οποία συνηθίσαμε να συγχέουμε με την πραγματικότητα. Θα μπορούσαν να μας ρωτήσουνε αν είναι εφικτή η αμφισβήτηση του φαντασιακού μας ή αν είναι ρεαλιστική η προσπάθεια συγκρότησης μιας κοινωνίας που δεν χαρακτηρίζεται από μορφές «ανάπτυξης» εν είδη αυτοσκοπού. Είμαστε σε θέση να δηλώσουμε ότι η αναγνώριση της κοινωνικής και οικολογικής μας αλληλεξάρτησης και η ανθρώπινη ευθραυστότητα μας συνιστούν τον μοναδικό ρεαλισμό και τον μοναδικό μας τρόπο.

12. Δεν είμαστε αντίθετοι στην τεχνολογία αλλά πιστεύουμε σε μια άλλη τεχνολογία. Μια τεχνολογία του «μέτρου» και της αντοχής, βιώσιμη και προσιτή. Η αναθεώρηση της τεχνολογικής μας οργάνωσης θα διασφαλίσει από τον κίνδυνο μιας υποχρεωτικής «αποανάπτυξης» ή ενός τύπου «αποανάπτυξης» που, ίσως, θα επιβληθεί αυταρχικά. Οφείλουμε να αναθεωρήσουμε όλες τις θεμελιώδεις μας αξίες και να επωμιστούμε το ρίσκο της σκιαγράφησης της μετα-ανάπτυξης, ή μιας κοινωνίας της «αποανάπτυξης».

13.  Ρεαλισμός δεν σημαίνει προσαρμογή σε ένα σύστημα στα όρια της αυτοκαταστροφής αλλά το ρίσκο της λήψης μακρόπνοων αποφάσεων με σημείο αναφοράς μια πολιτική προοπτική πολύ πιο ευρεία από αυτή την οποία ζούμε. Από αυτή την άποψη χρήζει η σύσφιξη στενών σχέσεων και η σύναψη ενός συμβολαίου μεταξύ γενιών έτσι ώστε να διοχετεύεται η σκέψη μας μέσω της διαγενεαλογικής προοπτικής.

14. Το πρόβλημα δεν είναι η υιοθέτηση ιδανικών νοοτροπιών και συμπεριφορών ούτε η ενοχοποίηση μεμονωμένων πρακτικών καταναλωτισμού. Η πιο ενδιαφέρουσα πρόκληση έγκειται στην ικανότητα συγκερασμού διαφορετικών κοινωνικών πρακτικών που να αλληλοσχετίζουν, πιο πλούσιων ανθρωπολογικά και κοινωνικά, περισσότερο συμβολικών, πιο περιεκτικών και, κατά βάθος, περισσότερο επιθυμητών.

15. Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε, ταυτόχρονα, μια σειρά από ευαίσθητες αλλαγές στον τρόπο σκέψης μας. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε τεχνοκρατικούς προγραμματισμούς ή και ουτοπικές οπτικές. Δεν είναι δυνατές οι απόλυτες προβλέψεις σε μία πολύπλοκη πραγματικότητα. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από εμάς τους ίδιους, από εκεί που είμαστε, από τις σχέσεις μας, από τον χώρο μας και από τους τόπους που κατοικούμε, δίνοντας έναυσμα σε διαδικασίες μεταλλαγής. Θα πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη επαναεπινόησης της ιδέας του «ωραίου» που θα συνδράμει στην αντίληψη των πόλεων και του χώρου, των τοπίων και των ανθρώπινων κοινοτήτων.

16.  Οφείλουμε να επανακαλύψουμε την έννοια των κοινών αγαθών και των αγαθών που συσχετίζουν, να πειραματιστούμε νέες μορφές μοιρασιάς από κοινού, την κοινωνική κατανάλωση, μια μοιρασιά από κοινού πολύ βαθύτερη. Πιστεύουμε στην δυνατότητα σύνθεσης μιας κοινωνίας με επίκεντρο την προσωπικότητα και την «σχέση» και όχι τα εμπορεύματα και τις οικονομικές συναλλαγές, μία κοινωνία που να πλειοδοτεί υπέρ των άυλων αγαθών έναντι των υλικών, που να πριμοδοτεί τις αντιωφελιμιστικές σχέσεις έναντι των εργαλειακών, που να δίνει χώρο στην αλληλεγγύη και στο κοινωνικό αγαθό έναντι του ιδιωτικού συμφέροντος. Μια κοινωνία που να δίνει προτεραιότητα στο φυσικό περιβάλλον και σε όλα του τα οικοσυστήματα με όρους αντιεργαλειακούς.

17. Η οπτική της κοινωνίας, όπως την οραματιζόμαστε, επείγει την επανασύνδεση με τον χώρο, την επαναξιοποίηση των τοπικών πόρων και των τοπικών αγαθών, την άρθρωση δικτύων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με πρώτο στόχο την απάντηση στις απαιτήσεις της τοπικότητας και του περιβάλλοντος και όχι σε εκείνες της αγοράς. Ο χώρος συνιστά, για εμάς, την σωστή διάσταση άρθρωσης των διαδικασιών που οδηγούν στην γνήσια συμμετοχικότητα και στην ουσιαστική αποκέντρωση, με λίγα λόγια στην επίτευξη της ουσιαστικής αυτονομίας της τοπικότητας ή της δυνατότητας της να καθορίζει συμμετοχικά νόρμες και κανόνες κοινωνικής και οικονομικής διακυβέρνησης της τοπικής κοινωνίας.

18. Η οπτική μας αποτελεί, στην ουσία, μία ανοικτή έρευνα που εγκαλεί βαθιά και ριζικά. Γνωρίζουμε ότι αποτελούμε «ασθενείς θεράποντες». Σε μία κοινωνία της αγοράς που είναι προσανατολισμένη στην «ανάπτυξη» δεν υπάρχουν άτομα ελεύθερα να παρατηρούν «απέξω» την «κουλτούρα του εμπορεύματος». Ακόμη και αν στερηθούμε το οτιδήποτε θα αποτελούμε πάντα πολιτισμικό προϊόν της κοινωνίας αυτού του τύπου. Μόνο εάν δεχθούμε ότι είμαστε διαποτισμένοι από την κουλτούρα της θα κατορθώσουμε την απεξάρτηση, για να κατακτήσουμε την ικανότητα θεραπείας της ευθραυστότητας μας και ενός πλανήτη που θέλουμε να συνεχίσουμε να κατοικούμε.

19. Ουτοπία λοιπόν; Ίσως, αλλά χειροπιαστή ουτοπία. Δύο είναι οι οπτικές που διαγράφονται στον ορίζοντα για το απώτερο μέλλον:
- μία ρεαλιστική, αναγκαία και υποχρεωτική, «αποανάπτυξη», μέσω της δραστικής μείωσης της ποιότητας ζωής των οικονομικά ασθενέστερων, κυοφορούσα πιθανές αυταρχικές μεταπτώσεις, όπως συνέβη μεταξύ των δεκαετιών του ’20 και του ’30 του περασμένου αιώνα σαν επακόλουθο της χρεωκοπίας του φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα.
- μία «συμμετοχική αποανάπτυξη», «υπεύθυνη» όσο και βιώσιμη, σε θέση να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης και αυτοκυβέρνησης των κοινωνιών.
Προσκαλούμε, λοιπόν, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας έτσι ώστε να καταστεί η «συμμετοχική αποανάπτυξη» το εναλλακτικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η ιστορία του 21ου αιώνα. Με την οικολογία και τον οικολογισμό τα πρώτα εργαλεία.

Ελληνικό Δίκτυο για την Αποανάπτυξη - apoanaptixi@gmail.com
(το μανιφέστο σηματοδοτεί την συγκρότηση ενός χώρου προβληματισμού γύρω από το φαινόμενο της αποανάπτυξης και παραμένει ανοικτό για περαιτέρω υπογραφές)

Ακολουθούν υπογραφές (κατ'αλφαβητική σειρά)

Σταύρος Αγογλωσσάκης
Κική Βελουκάκη
Γιώργος Δημητρίου
Φίλιππος Δραγούμης
Γιάννης Δρόσος 
Κυριάκος Δουζίνας
Αρης Καφαντάρης 
Κώστας Κιτσίκης
Γιάννης Λεφτεράτος
Ανίκητος Μακρένογλου
Σταμάτης Μπουντούρης
Ολίβα Νταμιάνι 
Στέλιος Παναγιωτίδης
Θανάσης Παπαηλιού
Οδυσσέας Ρομπάκης
Αγγελος Τρωιάνος
Κώστας Τσάλλης 
Γιάννης Χατζηκωσταντής
-----
Ευθ.-Κίμων Μπελιάτης

Απόστολος Γεωργάκης
Γρηγόρης Μαλτέζος 
Αντζελα Δουζίνα
Κική Σειταρίδου
Γιώργος Αποστολίδης
Σπύρος Σγούρος 
Στέλιος Λαζαρίδης
 

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Το ανούσιο περιβαλλοντικό μάρκετινγκ και οι …. Ώρες της Γης


Με αφορμή τη γνωστή γιορτή που έχει στηθεί και φέτος για την «ώρα της Γης» το Αρχιπέλαγος, Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας δηλώνει αποστροφή απέναντι:
- Στο πανηγύρι της τεχνητής ενοχοποίησης των απλών πολιτών για την κλιματική αλλαγή και τα δεινά του πλανήτη.
- Στη σκόπιμη απενεχοποίηση των βιομηχανιών και των εταιρειών – χορηγών της «Ώρας της Γης 200...+» που ευθύνονται για τα καθημερινά και τεράστια περιβαλλοντικά εγκλήματα στη χώρας μας.
- Στην ανούσια φλυαρία του περιβαλλοντικού λόμπι και των όψιμων οικολόγων που αφιερώνουνώρες σε καμπάνιες που αποπροσανατολίζουν τους πολίτες, δηλώνοντας ότι με τον τρόπο αυτό «στέλνουν ηχηρό μήνυμα στους ηγέτες της γης»!, και ούτε λεπτό στα ουσιώδη περιβαλλοντικά προβλήματα των αστικών κέντρων και της περιφέρειας.

Σε αυτή τη χώρα, η οποία:
- πρωτοστατεί στην αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας, χωρίς κανένα πλάνο εξορθολογισμού της κατανάλωσης, και ενώ η παγκόσμια τάση επικεντρώνεται στη μείωση της κατανάλωση ρεύματος,
- αναλώνεται σε οικολογικά πανηγύρια τύπου «Ώρας της Γης», ανησυχώντας μην χάσουμε την πρωτιά από τις …Φιλιππίνες, αδιαφορώντας παράλληλα για την κατασπατάληση του ρεύματος,
- θεωρεί επίτευγμα να σβήσει τα φώτα Σάββατο βράδυ, όταν ούτως ή άλλως τα ενεργοβόρα κτίρια και βιομηχανίες δεν λειτουργούν,

ανοίγουμε τα μάτια μας – δεν είμαστε πιόνια

Απέναντι στις ανέξοδες οικολογίζουσες γιορτές η σιωπή μας είναι ένοχη και η άγνοιά μας επικίνδυνη, εάν θεωρούμε ότι έχουμε τελικά ευθύνη για την πραγματική διαχείριση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στην Ελλάδα.

Σε μια εποχή που ο πολίτης σβήνει το διακόπτη καθημερινά επειδή αδυνατεί να πληρώσει τον λογαριασμό ρεύματος (και όχι επειδή έχει οικολογική συνείδηση), οι συμβολικές γιορτές είναι προκλητικές...

Αρχιπελάγος, ΙΘΠ - Η επιστημονική και ερευνητική ομάδα

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Η Διακήρυξη του Σικάγο

 

Τον Ιούνιο του 1993, στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Συνεδρίου Αρχιτεκτόνων του Σικάγο, έβλεπε το φώς μία σημαντική διακήρυξη, συνεργεία της Διεθνούς και της Αμερικανικής Ενώσεως Αρχιτεκτόνων - UIA και ΑΙΑ αντίστοιχα - με τον σημαντικό τίτλο «Διακήρυξη αλληλεγγυότητας για ένα βιώσιμο μέλλον».

Λαμβάνοντας υπόψη ότι:

1. μία βιώσιμη κοινωνία προστατεύει και προάγει «φύση» και πολιτισμική διάσταση προς όφελος όλου του, έμβιου και άβιου, κόσμου για το παρόν και για το μέλλον,
2. ένα υγειές περιβάλλον βιοποικιλότητας είναι η πρώτη, ουσιαστική και πολύτιμη προϋπόθεση για μία υγιή κοινωνία,
3. η σύγχρονη κοινωνία συνιστά την πρώτη και μοναδική αιτία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος υποθηκεύοντας σοβαρά, καταυτό τον τρόπο, την βιωσιμότητα της,
4. είμαστε όλοι οικολογικά αλληλεξαρτημένοι με το φυσικό περιβάλλον και τα οικοσυστήματα του.
5. είμαστε όλοι αλληλεξαρτούμενοι, κοινωνικά, πολιτισμικά και οικονομικά,
6. στα πλαίσια αυτής της αλληλεξάρτησης, η «βιωσιμότητα» απαιτεί συνέργεια, ισοτιμία και ισόρροπη συμμετοχικότητα μεταξύ όλων των μερών,
7. το δομημένο περιβάλλον έχει πρωταγωνιστικό ρόλο αναφορικά με τις επιπτώσεις της ανθρωπογενούς δραστηριοτήτας στο φυσικό περιβάλλον και στην ποιότητα ζωής,
8. ο βιώσιμος σχεδιασμός του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος προϋποθέτει συνολικές θεωρήσεις από την σκοπιά της χρήσης ανανεώσιμων φυσικών πόρων και πηγών ενέργειας, της ενεργειακής αυτάρκειας των έργων, της οικολογίας κτιρίων και δομικών τεχνολογιών, των κοινωνικά και οικολογικά υπεύθυνων χρήσεων γης και αρχιτεκτονικής υψηλής ποιότητας που να «εμπνέει» και να «προάγει»,
9. ο βιώσιμος σχεδιασμός του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος δύναται να αποτελέσει ένα μοναδικό εργαλείο σημαντικής μείωσης των επιπτώσεων της ανθρωπογενούς δραστηριότητας στο φυσικό περιβάλλον, διασφαλίζοντας παράλληλα οικονομία και υψηλή ποιότητα ζωής,

σαν εκπρόσωποι του κόσμου της αρχιτεκτονικής και εκείνου του κτιριακού σχεδιασμού, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και μέσω των επαγγελματικών μας συλλόγων,  

δεσμευόμαστε:

1. Να θέσουμε την ανάγκη της περιβαλλοντικής και την κοινωνικής βιωσιμότητας στο επίκεντρο της επαγγελματικών μας προτεραιοτήτων και της επαγγελματικής μας δραστηριότητας.
2. Να μεριμνήσουμε για την συνεχή προαγωγή και διάδοση των διαδικασιών, των πρακτικών, των υπηρεσιών, των προγραμμάτων σπουδών, των προϊόντων και των προτύπων βιώσιμου σχεδιασμού.
3. Να δραστηριοποιηθούμε για την διάχυση της πληροφόρησης γύρω από την κρίσιμη σημασία και τα ουσιαστικά πλεονεκτήματα του βιώσιμου σχεδίου τόσο στο επίπεδο του επαγγελματικού μας κύκλου και της βιομηχανίας δόμησης όσο και σε εκείνο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και του κοινωνικού συνόλου.
4. Να δραστηριοποιηθούμε ώστε να υιοθετηθούν και να θεσμοθετηθούν όλες οι πολιτικές, οι κανονισμοί και οι πρακτικές που διασφαλίζουν βιώσιμο σχεδιασμό, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο παραγωγικών τομέων.
5. Να δραστηριοποιηθούμε έτσι ώστε όλα στοιχεία που συνδράμουν στην διαμόρφωση του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος - ως προς τον σχεδιασμό, την παραγωγή, την χρήση και την ανακυκλωσιμότητα – να μετατοπιστούν στο πεδίο των πρότυπων του βιώσιμου σχεδιασμού.

Σικάγο, 18-21 Ιουνίου 1993

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Η οικολογία στις αρχές του 21ου αιώνα - 2


(Συνέντευξη με τον Εδουάρδο Τζαρέλλι, καθηγητή Ιστορίας και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, επιστημονικό σύμβουλο σύνταξης του εκδοτικού οίκου «Αριάννα»)

2. Ποια τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης οικολογικής σκέψης;

Η οικολογία γεννιέται το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα σε θετικιστικές βάσεις, προσδιοριζόμενη σαν το σύνολο των επιστημών των σχέσεων ενός οργανισμού με το περιβάλλον του. Ανεξάρτητα όμως από την πολιτισμική εξέλιξη του όρου, η επιστημονική διάσταση της γένεσης του σφραγίζει ακόμη τον σύγχρονο περιβαλλοντισμό: το παρατηρούμενο είναι αποκομμένο από τον παρατηρητή και ο άνθρωπος αυτοπροστατεύεται, δυιστικά, δίχως καμία προσπάθεια μεταλλαγής των σχέσεων του με την «φύση». Αυτό ακριβώς αποτελεί και το εργαλείο αποκωδικοποίησης των αντιφάσεων του οικολογισμού και των συνιστωσών του: ο τρόπος θεώρησης της «φύσης», από οντολογικής και αξιολογικής σκοπιάς, αναφορικά με την έννοια που αποδίδεται στο «περιβάλλον».
Η «φύση» ενέχει μιας ζωντανής, σχετίζουσας, πολυπλοκότητας η οποία της προσδίδει μια διάσταση σαφώς διασταλτικότερη από εκείνη του απλού αθροίσματος των μερών των οποίων επεξηγεί τις σχέσεις. Η ελληνική ετοιμολογία του όρου δεν την προσδιορίζει σαν απλό άθροισμα των φυσικών οντοτήτων που την συνθέτουν - χλωρίδα, πανίδα, οργανικός και ανόργανος κόσμος - αλλά σαν αξίωμα και αρχή που καθορίζει γένεση, κίνηση και κύκλο ζωής. Η έννοια του «περιβάλλοντος», αντίθετα, ταυτίζεται με αυτό το οποίο «υπάρχει γύρω» και γύρω από τον άνθρωπο, ο οποίος περιορίζει το όλον σε ότι του χρειάζεται ή σε ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει. Η αναγωγή της «φύσης» σε «περιβάλλον» διατηρεί μία σχέση γνήσια λειτουργική με την πολιτισμική μας συνείδηση η οποία οδηγεί έως το μηδενιστικά τεχνάσματα της σύγχρονης τεχνοκρατίας της οποίας ο πολιτικός περιβαλλοντισμός αποτελεί ουσιαστική συνιστώσα.
Για την ιστορία, η κοινωνική και πολιτική συγκρότηση του οικολογισμού θα λάβει χώρα μεταξύ των δεκαετιών του ’60 και του ’70 του περασμένου αιώνα, όταν οι επιπτώσεις της περιβαλλοντικής μόλυνσης θα προβληθούν σε πρώτο πλάνο χάριν της διεύρυνσης του μαζικού καταναλωτισμού σε όλο τον δυτικό κόσμο. Το σημείο αναφοράς θα αποτελέσει η Ραχήλ Κάρσον και το γνωστό της «Σιωπηρή Ανοιξη», αφιερωμένο στην ολοκληρωτική απουσία του έμβιου κόσμου στις απέραντες βιομηχανικές μονοκαλλιέργειες που ξεχειλίζουν ζιζανιοκτόνο. Η πραγματική όμως στροφή, σε πολιτισμικό επίπεδο και επίπεδο υπαρξιακής αυτογνωσίας, θα πραγματοποιηθεί δέκα χρόνια αργότερα, μεταξύ του ’80 και του ’90, μέσω του οικολογικού ριζοσπαστισμού της επιλεγόμενης και οικολογίας του βάθους.
Ο οικολογικός ριζοσπαστισμός θα αποτελέσει σημείο αναφοράς που θα συσπειρώσει τους πλέον ετερογενείς στοχαστές, από τον Βέντελ Μπέρρυ και τον Εντουαρτ Γκόλντσμιθ έως τους Μπάρρυ Κομμόβερ, Αρνε Νες και Γκάρυ Σνάιντερ. Αν και από διαφορετικές οπτικές και με διαφορετικές ευαισθησίες, διεκδικούν όλοι τους την πρωτιά της ανάδειξης της πραγματικής διάστασης και αξίας της «φύσης» και της θέσης του ανθρώπου στο εσωτερικό της, μέσω μιας εύστοχης κριτικής στον επιστημονικό και τεχνολογικό πολιτισμό.
Ο ριζοσπαστικός οικολογισμός ξεπερνά τις προσεγγίσεις ακριβούς επιστήμης για να ολοκληρώσει την οπτική του στο πεδίο της αυτό-επίγνωσης, της αυτό-συναίσθησης και της συνειδητοποίησης του «φυσικού» και της «φύσης». Ο άνθρωπος προσλαμβάνει την ολιστική του διάσταση σαν μέρος ενός «όλου» αλληλοσυσχετισμών και αλληλοεπιδράσεων. Γεννιέται η οικοκεντρική οπτική σύμφωνα με την οποία η «φύση» προστατεύεται ακριβώς για αυτό που είναι και για την αξία της ανεξάρτητα από την εργαλειακή ή/και την διαγενεαλογική της χρησιμότητα. Η επιχειρούμενη προσέγγιση είναι γνήσια ριζοσπαστική: επείγει η ανάγκη δραστικής αναθεώρησης των δομών της σύγχρονης κοινωνίας, των πολιτισμικών μορφών της και της θέσης του ανθρώπου στην «φύση». Επείγει η επέμβαση στις αιτίες και όχι στα αποτελέσματα. Δεν χρειάζονται «καινοτομίες». Αρκεί η επικαιροποίηση κάτι πάρα πολύ παλιού, σχεδόν αρχαϊκού, με λίγα λόγια η επάνοδος «στην πηγή» των πραγμάτων: η βαθιά κατανόηση της σοφίας της Γης και των οικοσυστημικών ισορροπιών ή η συνειδητοποίηση της ομοιοστατικής συμβίωσης του έμβιου κόσμου. Επάνοδος «στην πηγή» των πραγμάτων σημαίνει αποδόμηση της τεχνόμορφης μηχανής του επιστημονισμού, μέσω της υπέρβασης κάθε μερικής προσέγγισης αναγωγιστικού χαρακτήρα και της οντολογικής ταύτισης με αυτόν τον κόσμο. Οι πλέον ριζοσπαστικές μορφές της προσέγγισης αυτού του τύπου φθάνουν στην υπόθεση της ολικής απαγόρευσης της φύσης για τον άνθρωπο, ακριβώς στον αντίποδα της καρτεσιανής παραδοχής της εκστατικής της ατένισης και της μηχανιστικής της εκμετάλλευσης ενώ οι πιο ακραίες θεματικές τους, όπως αυτές που απορρέουν από την οπτική της «άγριας φύσης», ανάγουν το «αμόλυντο» σε κάλεσμα του χαμένου ενστικτώδους του «πολιτισμένου» ανθρώπου εν είδη ανάγκης επανασύνδεσης με την έμβιο κοινότητα ή και φυσιοκρατικού σολιψισμού.
Ο σεβασμός του έμβιου κόσμου δεν προϋποθέτει την αποδοχή μιας άκριτης ισότητας μεταξύ ανθρώπου, ζωικού και φυτικού βασιλείου και ορυκτού κόσμου, αλλά την επίγνωση της διαφορετικότητας και του αλληλοσυσχετισμού τους. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα έγκειται στον εντοπισμό μιας «δίκαιας» οδού από την οπτική της ολιστικής επανισορρόπισης μεταξύ «φύσης» και πολιτισμικής διάστασης. Αυτό είναι και το έργο του οικολογισμού.

(Από: http://prasinovelos.blogspot.com)

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Ιδιωτισμός


«Ζούμε σε ένα κόσμο που εναποθέτει στο άτομο όλες τις ευθύνες που στήριζε κάποτε το κοινωνικό σύνολο και, κατά συνέπεια, το εξαναγκάζει να εφεύρει συνεχώς αυτοβιογραφικές μεθόδους επιβίωσης στις αντιφάσεις του συστήματος.» (Ούλριχ Μπεκ, 1992)

«Ιδιωτισμός» είναι η διαδικασία αναγωγής του κοινωνικού προβλήματος σε ατομική περίπτωση και υπόθεση. Σαν αίτια του φαινόμενου μπορούν να συνοψιστούν τα εξής: 
- η εξασθένιση των κοινωνικών δεσμών, 
- η διαχρονική έλλειψη θεσμικών πεδίων έκφρασης της συμμετοχής και της συμμετοχικότητας, 
- η διαχρονική έλλειψη θεσμικών πεδίων διαλόγου γύρω από τα δικαιώματα και την κοινωνία των πολιτών 
- η ενίσχυση της τάσης προς την διακριτικότητα.
Από την σκοπιά της πολιτικής κοινωνικοποίησης, κατά τον Χάμπερμας, ο «ιδιωτισμός» οδηγεί στη νομιμοποίηση ενός συστήματος μοντέλων ανώνυμων σχέσεων», συστημικά παραγόμενων, στο πλαίσιο των οποίων ο καθένας φέρεται να επιλέγει βάσει των δικών του, υποκειμενικών προτιμήσεων. Και αυτό, διότι ο «ιδιωτισμός» οδηγεί αργά αλλά σταθερά σε είδος παθητικής στάσης προς τους θεσμούς, παρόμοιας με εκείνη των παραδοσιακών προσεγγίσεων της σχέσης κράτους-πολίτη, καθόσον προάγει πολιτικές κουλτούρες που απομακρύνουν κάθε προσδοκία συμμετοχικών συμπεριφορών και την αναπληρώνουν με αυταρχικά μοντέλα δανεικά από την παραδοσιακή προ-αστική κληρονομιά. Ουσιαστικά, οδηγεί σε είδος συγχώνευσης μεταξύ παραδοσιοκρατίας και οικογενειοκρατίας, όπου ο ζήλος και η ορθολογικότητα αντισταθμίζονται με είδος μείγματος εγωμονισμού, «εγωιστικής» συνεπειοκρατίας και νοοτροπία υπηκόου. 
Ο «ιδιωτισμός» αλλοιώνει ριζικά την στάση του πολίτη απέναντι στο πολιτικό σύστημα μέσω της πλήρους α-συμμετοχικότητας και της νόησης των θεσμών μόνο από την σκοπιά της λειτουργικής τους χρησιμότητας. Σε επίπεδο προσωπικών κινήτρων, στον πολίτη δεν απομένει παρά είδος «ατομικισμού της ιδιόκτησης».
Ο «ιδιωτισμός» καλλιεργείται έντεχνα από το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα. Η συμμετοχή στα κοινά περιορίζεται δραστικά μέσω της στρατηγικής επηρεασμού του παρωθητικού συστήματος έτσι ώστε η ανάγκη νομιμοποίησης μιας από-πολιτικοποιημένης δημόσιας σφαίρας να ανάγεται σε υπολειμματικές απαιτήσεις. 
Δίπλα στην εξαΰλωση του ηθικού υπόβαθρου της πολιτικής, που προάγει ένα επικίνδυνο κενό αλληλεγυότητας, η αποικιοποίηση της ιδιωτικής ζωής από μέρους της οικονομίας επαναπροσδιορίζει τις προσδοκίες αυτοπραγμάτωσης του πολίτη γύρω από την εργασία και την κατανάλωση - προσωπική και του οικογενειακού του κύκλου - σε μία αμφίσημη ισορροπία μεταξύ του ρόλου του «φυσιολογικού εργαζόμενου» και εκείνου του «δυνατού καταναλωτή». Έτσι, ο πολίτης εισέρχεται, άθελα, στο τούνελ του επαγγελματο-οικογενειακού «ιδιωτισμού» ή σε ένα τύπο προσωπικής ζωής, γνήσια «ηδονιστικού» χαρακτήρα, που εξαντλείται κύρια στο πεδίο της οικογένειας, της εργασίας και της κατανάλωσης και πλαισιώνεται από την «πελατειακή» ερμηνεία του κοινωνικού κράτους και την ολοσχερή αδιαφορία για τους πολιτικούς θεσμούς.
Όχι τυχαία, ο «ιδιωτισμός» και η πολιτική απονεύρωση του πολίτη μέσω της εμβόλιμης πεποίθησης ότι οι ανάγκες αυτοπραγμάτωσης ικανοποιούνται, ως επί το πλείστον, στην σφαίρα της «ιδιώτευσης», συνοδεύεται από την συστηματική αντικατάσταση της έννοιας του «δημόσιου» με εκείνη του κράτους:
- το «δημόσιο» ταυτίζεται με το «κρατικό»,
- το «δημόσιο» αποστερείται του χαρακτήρα της διαδικασίας μεταλλαγής του ατομικού προβλήματος σε κοινωνικό πρόβλημα ή/και πρόβλημα κοινής γνώσης,
- το «δημόσιο» αποστερείται του χαρακτήρα της διαδικασίας διαρκούς επεξεργασίας της φύσης των κοινωνικών δεσμών και της οπτικής της ισοτιμίας και των δικαιωμάτων.

(από: http://prasinovelos.blogspot.com

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Πλουραλισμός

(Από «Η δημοκρατία σε 30 μαθήματα», του Τζιοβάννι Σαρτόρι)

Ο πλουραλισμός είναι ο πρόγονος του φιλελευθερισμού.
Όλα αρχίζουν την στιγμή κατά την οποία οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται ότι η διαφάνεια, η διαφοροποίηση των απόψεων και η διαμάχη, δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα αρνητικές αξίες. Φυσικά, τόσο οι εμφύλιοι πόλεμοι όσο και οι πόλεμοι μεταξύ φατριών, οδηγούν σε φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης. Μεταξύ όμως της εξαναγκαστικής σύμπνοιας και της ένοπλης αντιπαράθεσης, υπάρχει ένα ευρύτατο φάσμα διαφορετικότητας και ελευθερίας ιδεών και στάσης που όχι μόνο δεν απειλούν την πολιτική και κοινωνική τάξη αλλά, αντίθετα, την εμπλουτίζουν και της αποδίδουν μία καταλυτική δυναμικότητα. 
Πότε όμως γεννήθηκε η ιδέα ότι η «διαφορά» και όχι η «ομογενοποίηση» συνιστά το σπουδαιότερο στοιχείο τροφοδοσίας της ζωτικότητας της κοινωνικής συμβίωσης; Μεταξύ 1562 και 1648, μπροστά στις τρομακτικές ωμότητες και καταστροφές των θρησκευτικών συρράξεων, η «ομοφωνία» άρχισε να περιβάλλεται με καχυποψία ενώ η «ποικιλότητα» με εκτίμηση. Πάνω σε αυτήν την επαναστατική ανατροπή οπτικής γωνίας άρχισε, αργά-αργά, η έγερση της φιλελεύθερης σκέψης, της φιλελεύθερης κουλτούρας, του φιλελεύθερου πολιτισμού και, στην συνέχεια, η ύφανση των νεοτερικών δημοκρατιών. Η απολυταρχία, οι δεσποτισμοί και οι δικτατορίες αποτελούν τον κόσμο του ενός χρώματος. Αντίθετα, η δημοκρατία της νεοτερικότητας τον κόσμο της πολυχρωμίας.
Προσοχή όμως. Μόνο η φιλελεύθερη δημοκρατία διαρθρώνεται με επίκεντρο την «διαφορετικότητα». Εμείς, και όχι οι αρχαίοι Έλληνες, ανακαλύψαμε τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται ένα πολιτικό σύστημα μέσω του «ποικιλόμορφου» και του «πολυειδούς». Ποιος ανακάλυψε τον πλουραλισμό; Κανένας για την ακρίβεια. Δεδομένου, όμως, ότι η ιδέα προβάλλει την εποχή της προτεσταντικής μεταρρύθμισης, είναι λογική η υπόθεση ότι άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά μέσω των μεταρρυθμιστών και ειδικότερα της πουριτανικής εκκλησίας. 
Ο προτεσταντισμός θρυμμάτισε, και κατ”επέκταση, κατέστησε πλουραλιστικό το θρησκευτικό πιστεύω. Στον πουριτανισμό οφείλεται η εξάλειψη του διλήμματος αναφορικά με αυτό που ανήκει στον Θεό, ή στην σφαίρα της πίστης και με εκείνο που ανήκει στον Kαίσαρα ή στην σφαίρα του κράτους. Παρά ταύτα, η συνδρομή των πουριτανών στην αποκρυστάλλωση της αξίας του πλουραλισμού δεν πρέπει να υπερτιμάται. Είναι αλήθεια ότι επικαλούνταν την ελευθερία άποψης και συνείδησης αλλά την επικαλούνταν για τον εαυτό τους, καθόσον μειοψηφία, ενώ ήταν πάντα έτοιμοι να την αρνηθούν στους άλλους. Στην πραγματικότητα, οι πουριτανοί δεν ανέχονταν το διαφορετικό όπως και οι εχθροί τους, ενώ για την πλειοψηφία τους οι έννοιες της ελευθερίας και της δημοκρατίας έφερναν απλώς αλλεργία. Η συμβολή τους στην δημιουργία του συστήματος αξιών που αποτέλεσε το υπόβαθρο γένεσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι αδιαμφισβήτητη αλλά οφείλεται, ως επί το πλείστον, στις ιστορικές περιστάσεις.
Είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, κατά συνέπεια και ακρίβεια, οι πραγματικοί πατέρες του πλουραλισμού. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι δυνατή η σκιαγράφηση χαρακτηριστικών του:
1. Ο πλουραλισμός εννοείται αποκλειστικά σαν αξία.
2. Ο πλουραλισμός προϋποθέτει και απαιτεί «ανοχή». Κατά συνέπεια, παγιώνεται μέσω της απόρριψης του δογματισμού, του φιντεϊσμού και του φανατισμού.
3. Ο πλουραλισμός απαιτεί αφενός τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας και αφετέρου την πλήρη αυτονομία της κοινωνίας από αμφότερους. Η άνθιση του πλουραλισμού απειλείται τόσο από ένα κράτος που αποτελεί τον λαϊκό βραχίονα της εκκλησίας, όσο και από το κράτος που «πολιτικοποιεί» την κοινωνία. «Στον Θεό αυτό που δικαιούται ο Θεός, στον Καίσαρα αυτό που είναι του Καίσαρα και στην κοινωνία αυτό που δεν ανήκει ούτε στο Θεό ούτε στον Καίσαρα»: αυτή είναι η οπτική γωνία που οδηγεί στον φιλελευθερισμό πρώτα και στην φιλελεύθερη, πλουραλιστική, δημοκρατία έπειτα.
Είναι εύλογο ότι οπτικές γωνίες αυτού του τύπου παραμένουν ακόμα προνόμιο και χαρακτήρας του δυτικού κόσμου. Το Ισλάμ τις απαξιώνει κατηγορηματικά ενώ στην Αφρική είναι πρακτικά άγνωστες.

Πολιτική ελευθερία

(Από "30 μαθήματα δημοκρατίας", του Τζιοβάνι Σαρτόρι)

Ο άνθρωπος είναι πραγματικά ελεύθερος; Έχει πραγματικά το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης; Ερωτήσεις αυτού του τύπου διαπερνούν όλη την ιστορία της θεολογίας και της χριστιανικής ηθικής. Και ακόμη: ποια είναι η φύση και ποια η ουσία της ελευθερίας;
Για τον Σπινόζα ελευθερία είναι ο ολοστρόγγυλος ορθολογισμός. Για τον Λάιμπνιτς ο αυθορμητισμός της ευφυΐας. Για τον Χέγκελ η αποδοχή της ανάγκης. Όλες όμως αυτές οι ερμηνείες αφορούν την ελευθερία "in interiore hominis", την εσωτερική ελευθερία του ατόμου. Καμία δεν αφορά την εξωτερική του ελευθερία, το αναφαίρετο δικαίωμα να είναι ελεύθερος, η και ανελεύθερος, σε σχέση με τους άλλους. Αυτός ο δεύτερος τύπος ελευθερίας συνιστά την πολιτική ελευθερία: την ελευθερία συνύπαρξης με την ελευθερία του άλλου και την αντίσταση σε κάθε είδος ανελευθερίας.
Υπάρχει, κατά συνέπεια, μία τεράστια διαφορά μεταξύ της εσωτερικής ελευθερίας, ή της ελευθερίας βούλησης και της εξωτερικής ελευθερίας, ή ελευθερίας συμπεριφοράς. Με την πρώτη ασχολείται η φιλοσοφία ενώ με την δεύτερη η πολιτική. Η πολιτική ελευθερία, κατά συνέπεια, είναι ελευθερία εμπειρική και πρακτική. Ο Τζον Λόκ στάθηκε ένας από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν αυτή την σημαντική διαφορά. Εκείνος όμως που έδωσε καλύτερα από κάθε άλλον τον ορισμό της πολιτικής ελευθερίας στάθηκε ο Τόμας Χομπς στον περίφημο «Λεβιατάνο»: «Ελευθερία σημαίνει απουσία… εξωτερικών δεσμεύσεων». Ο Χομπς αντιλαμβάνεται την έννοια της πολιτικής ελευθερίας στα πλαίσια της σχέσης πολίτη-κράτους από την οπτική γωνία του πολίτη. Αντίθετα, κάθε θεώρηση της πολιτικής ελευθερίας από την σκοπιά του κράτους ανοίγει το κεφάλαιο της αυθαιρεσίας της εξουσίας, ή ενός τυραννικού κράτους ελεύθερου να εξουσιάζει κατά βούληση.
Η ουσία είναι ότι η πολιτική ελευθερία αποτελεί την ασπίδα προστασίας του πολίτη από την καταπίεση (κάθε μορφής εξουσίας). Με ποιο τρόπο; Το περίγραφε, έξοχα περιεκτικά, ο Κικέρων πριν από 2000 χρόνια: «Είμαστε δούλοι των νόμων για να είμαστε ελεύθεροι» (Oratio pro Cluentio). Το επανέλαβε, ακόμα πιο περιεκτικά αλλά γλαφυρά, ο Λόκ τον XVII αιώνα: «Οπού δεν υπάρχει νόμος δεν υπάρχει ελευθερία». Εκείνος όμως που επέμενε, περισσότερο από κάθε άλλον, στην θέση ότι η ελευθερία εδραιώνεται στον νόμο στάθηκε ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: «Όταν ο νόμος είναι καθυποταγμένος στους ανθρώπους δεν απομένουν παρά αφεντικά και δούλοι. Είναι βεβαιότητα για την οποία είμαι περισσότερο από βέβαιος: η ελευθερία ακολουθεί πάντα την τύχη του νόμου, βασιλεύει ή χάνεται μαζί με αυτόν».
Γιατί η ελευθερία έχει ανάγκη την προστασία των νόμων; Γιατί όταν εξουσιάζουν οι νόμοι – κανόνες απρόσωποι και γενικοί – δεν εξουσιάζουν οι άνθρωποι και αντ’αυτών η αυθαιρεσία, δεσποτική ή απλώς βλακώδης, ενός άλλου ανθρώπου. Είναι αλήθεια ότι ο νόμος είναι πειθαναγκασμός και περιορισμός – δεδομένου ότι απαγορεύει και καταδικάζει – αλλά, ταυτόχρονα, προστατεύει καθ’όσον σύστημα κανόνων που εφαρμόζονται υποχρεωτικά και αδιάκριτα σε όλους, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που τους γράφουν. Τι το καλύτερο για την αποτροπή ακόμα και της σκέψης για αυθαιρεσία;
Λέγεται ότι η πολιτική ελευθερία είναι κατ’ανάγκη ένας αμυντικός τύπος ελευθερίας, μία ελευθερία «από…». Είναι εύλογο ότι μετά την κατάκτηση της ελευθερίας «από…» ακολουθεί η ελευθερία «του…», ή η ελευθερία συμπεριφοράς. Δίχως όμως τη προστασία του νόμου, πρακτικά, δεν μπορεί να ακολουθήσει τίποτα. Η ελευθερία «του…» δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την κατοχύρωση της ελευθερίας «από…». Και αυτό το εγγυάται μόνο ο νόμος.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Τα πολιτιστικά αίτια του οικολογικού προβλήματος. Το παράδειγμα της ενέργειας

 
Το ενεργειακό πρόβλημα τίθεται, σχεδόν πάντα, σαν πρόβλημα ανεύρεσης των περιβαλλοντικά λιγότερο ζημιογόνων τεχνικών ικανοποίησης της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας, θεωρώντας όμως το ύψος της συνεχώς αυξανόμενης ζήτησης σαν ανεξάρτητης μεταβλητής ικανοποιήσιμης με κάθε τρόπο. Αυτό ισοδυναμεί με την επικύρωση της ταύτισης του μοντέλου διαβίωσης με εκείνο του βιομηχανικού πολιτισμού, θεωρούμενο a priori σαν το αδιαμφισβήτητα επιθυμούμενο.
Θα αρκούσαν μερικές ποσοτικές εκτιμήσεις για να πείσουν ότι, καταυτό τον τρόπο, η αντιμετώπιση του προβλήματος αποδεικνύεται από προβληματική έως αδύνατη μέσα σε λίγες δεκαετίες. Ακόμη και αν θα ήταν δυνατή η παραγωγή παρόμοιων, συνεχώς αυξανόμενων, ποσοτήτων ενέργειας η φύση της όλης διαδικασίας αρκεί για να επιφέρει καταστροφικές συνέπειες για τον πλανήτη έτσι ώστε να οδηγήσει στο τελικό της πάγωμα.
Ας κάνουμε ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι βιομηχανική παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας αυξάνονται εκθετικά διπλασιαζόμενες ανά 20ετία. Ας υποθέσουμε πάλι ότι, σε κάποια στιγμή, επιτυγχάνεται η μείωση της απαιτούμενης ενέργειας ανά μονάδα προϊόντος κατά 50%. Σε αυτή την περίπτωση η παραγωγή και η κατανάλωση ενέργειας θα παραμείνει η ίδια για μία 20ετία ενώ η παραγωγή και κατανάλωση προϊόντος θα διπλασιαστεί, με αποτέλεσμα την τελική επανάκαμψη της αύξησης της απαιτούμενης ενέργειας, με την αυτή τάση αλλά με μία διαφορετική σχέση ως προς το παραγόμενο προϊόν. 
Η λύση του «ενεργειακού προβλήματος» δεν συνίσταται στην ανεύρεση περιβαλλοντικά καταλληλότερων πηγών για την ικανοποίηση των διαρκώς διογκούμενων αναγκών που επιβάλλει το ισχύον βιομηχανικό μοντέλο αλλά στην δραστική του μεταρρύθμιση. Το «ενεργειακό» αποτελεί μια από τις σοβαρότερες εκφάνσεις της αδυναμίας διάρκειας του σε συνεχή «ανάπτυξη» και ανάγει τα πραγματικά αίτια της οικολογικής κρίσης, ή του «οικολογικού προβλήματος», στην σφαίρα του ισχύοντος πολιτιστικού παραδείγματος, στην διαρκή αύξηση της κατανάλωσης, ή στην διατήρηση του ισχύοντος μοντέλου διαβίωσης, παραγωγής και κατανάλωσης ή, καλύτερα, στο ταμπού της συνεχούς «ανάπτυξης». Δίχως την ανατροπή του κερδίζεται μόνο χρόνος, σίγουρα χρήσιμος στα πλαίσια της διαδικασίας υπέρβασης του. Τα διάφορα πρωτόκολλα - Κιότο, Ρίο κλπ. - μολονότι εμπνεόμενα από τις καλύτερες προθέσεις, δεν θα κατορθώσουν ποτέ να βρουν την καλύτερη δυνατή εφαρμογή. Εάν δεν ανατραπεί το παράδειγμα της «ανάπτυξης» η μείωση των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου θα αφήσει σίγουρα την θέση της στην πρόκληση ρύπων άλλων τύπων[1]. Δεδομένου δε ότι καμία κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να κινηθεί άμεσα σε αυτήν την κατεύθυνση, η πλήρης υλοποίηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα πρωτόκολλα και τις διεθνείς συμφωνίες μάλλον θα παραμείνει θέμα ενός αέναου, διαχρονικού, προβληματισμού.
 (Στοιχεία από: Περ. «Dirigentindustria», Μιλάνο, Σεπτέμβριος 2000)
------------------------------------------- 
[1]. Ο οποιοσδήποτε τρόπος παραγωγής ενέργειας, εκτός των ανανεώσιμων, συνεπάγεται την παραγωγή και την συσσώρευση απόβλητων, κάποιου τύπου και σε κάποιο μέρος. Αλλά και οι ανανεώσιμες πηγές δεν συγκροτούν «κλειστό κύκλωμα» αφενός γιατί δεν ανακυκλώνονται όλα τα στοιχεία που συνδράμουν στην κατασκευή των εγκαταστάσεων τους και αφετέρου γιατί είναι πρακτικά αδύνατη η πλήρης ανακύκλωση λόγω της αρχής της εντροπίας της ύλης. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει ακόμη αναπάντητο το εξής ερώτημα: γιατί όλη αυτή η ζήτηση ενέργειας; Για την τροφοδοσία άλλων τύπων κατανάλωσης; Για την κατασκευή άλλων τύπων εγκαταστάσεων; Για την κατασκευή δρόμων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων, ή πόλεων, στην θέση δασών, αγρών, ή υδροβιότοπων; Με λίγα λόγια για την δημιουργία ζήτησης ολοένα περισσότερης ενέργειας;

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Σχεδιάζοντας την τοπικότητα


«Η «μεταναπτυξιακή» κατάσταση στην οποία έφερε η οικονομική κρίση επιβάλλει ριζική αλλαγή στρατηγικών οπτικών με αφετηρία αυτό το οποίο μας είναι πλησιέστερο: ο τόπος στον οποίο ζούμε και από τον οποίο, παράδοξα, βρισκόμαστε ολοένα και πιο αποξενωμένοι. Η υπαρξιακή μας διάσταση βρίσκεται πλέον σε προχωρημένο στάδιο «από-τοπικοποίησης», χάνουμε διαρκώς σημαντικά κομμάτια των υλικών και συμβολικών της δομών, ενώ το μόνο αυθεντικά συνεργικό έργο τέχνης, το οποίο είναι ο χώρος – προϊόν ζωντανού διαλόγου μεταξύ κουλτούρας και φύσης – υποβάλλεται σε μία συστηματική ερήμωση μεταβαλλόμενο σε άμορφο υπόβαθρο «έργων» και λειτουργικών αναγκών εάν όχι και σε συλλέκτη δηλητηρίων.
Αποτελεί πλέον επείγουσα ανάγκη ο επανασχεδιασμός του χώρου από την οπτική της από-αναπτυξιακής αυτοβιωσιμότητας τώρα που η γιγάντωση του «ελλείμματος» έχει εστιάσει, καλύτερα από ποτέ, την επερχόμενη καταστροφή. Την απαραίτητη προϋπόθεση συνιστά η σφυρηλάτηση μιας «συνείδησης του τόπου και της τοπικότητας» - της γειτονιάς, του δήμου, της πόλης, του τοπίου, της βιοπεριοχής – με στόχο της διαφύλαξη των κοινών αγαθών, των αστικών, περιαστικών και αγροτικών τοπίων, της τοπικής παραγωγής, της τοπικής κουλτούρας και της τοπικής γνώσης, στα πλαίσια ενός κοινού ορίζοντα συμμετοχικότητας και αλληλεγγύης.
»


Ο χώρος αποτελεί μορφή τέχνης, ίσως της πιο σπουδαίας, ίσως της περισσότερο συνεργικής που έχει εκφράσει ποτέ η ανθρωπότητα. Αντίθετα από τις λοιπές μορφές τέχνης επινοημένες μέσω της διαμόρφωσης της ύλης, όπως η ζωγραφική ή η γλυπτική, ο χώρος παράγεται διαλεκτικά, συσχετιστικά μεταξύ έμβιων όντων, μεταξύ ανθρώπου και φύσης στην διάρκεια του χρόνου της ιστορίας. Αποτελεί συλλογικό έργο και έργο συνεξελισσόμενο, έργο που μεταλλάσσεται, θετικά ή αρνητικά, μέσα στον χρόνο.
Ο χώρος γεννιέται μέσω της συνεύρεσης φύσης και κουλτούρας. Το προϊόν της γονιμοποίησης αποτελεί ζωντανό οργανισμό σαν «νέο-οικοσύστημα», σύστημα διαφοροποιημένο από εκείνα που του δίνουν υπόσταση, με ίδιο κύκλο ζωής, γένεση, ωριμότητα, γερατειά, θάνατο και ίσως και αναγέννηση, το οποίο απαιτεί διαρκή θρέψη, υποστήριξη και φροντίδα. Έχει χαρακτήρα, προσωπικότητα και ταυτότητα, απόλυτα διακριτά στην «γεωγραφία» και στο «ανάγλυφο» του τοπίου.
Στην κούρσα της διάπλασης μιας δεύτερης, τεχνητής, φύσης, ο τεχνολογικός πολιτισμός αποδεσμεύτηκε προοδευτικά από τον χώρο, χρησιμοποιώντας τον ουσιαστικά σαν μια επιφάνεια ανάπτυξης αντικειμένων και λειτουργικών αναγκών, έργων, απορριμμάτων και δηλητηρίων. Η έννοια του χώρου, σαν ζωτικού περιβάλλοντος του ανθρώπινου είδους, είναι πια στα πρόθυρα της χρεωκοπίας: το ισχύον πολιτιστικό μοντέλο την έχει περιθωριοποιήσει από καιρό από ποιοτικής άποψης, αρκούμενο σε περιστασιακές, περιπτωσιολογικές, ερμηνείες της με την βοήθεια ολοένα πιο πολύπλοκων τεχνολογικών βοηθημάτων.
Αποτελεί επιτακτική ανάγκη σήμερα μια πράξη παλιγγενεσίας και επαναπροσδιορισμού της έννοιας του χώρου, μέσω δημιουργικών πρακτικών προσδιορισμού νέων, γόνιμων, σχέσεων αλληλοσυσχέτισης και αμοιβαιότητας μεταξύ ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος. Αποτελεί ανάγκη, με λίγα λόγια, ο καθορισμός των κατάλληλων χωροοργανωτικών και χωροπλαστικών πρακτικών, γνήσια αυτοβιώσιμου και όχι αναπτυξιακά βιώσιμου χαρακτήρα, με την μορφή μιας νέας συμμαχίας μεταξύ φύσης και κουλτούρας, φύσης και ιστορίας.
Πηγές άντλησης στοιχείων για την στήριξη του επαναπροσδιορισμού υπάρχουν. Στα πλαίσια της νεωτερικής διαδικασίας αστικοποίησης όχι μόνο διατηρείται, άκρως επίκαιρο, το ρεύμα της κοινωνικο-πολεοδομικής άποψης - από τον Μόρρις, στον Γκέντες και στον Κροπότκιν και από τον Σάιτ στον Ούρβιν και στον Μάμφορντ - αλλά και μία εξαιρετικά πλούσια κληρονομιά χωρικών οντοτήτων που αναμένουν το μπόλιασμα νέων κοινωνικών εταίρων. Σε αυτό το τελευταίο σύζευγμα, μεταξύ κληρονομιάς και νεωτεριστικών ενεργειών, στα πλαίσια της κουλτούρας αξιοποίησης των περιβαλλοντικών πόρων και των ιδιαιτεροτήτων κάθε τοπικότητας, έγκειται η στρατηγική σταδιακής πραγμάτωσης της αυτο-βιώσιμης «ανάπτυξης» της τοπικής κοινωνίας. 


(Από: «Σχεδιάζοντας την τοπικότητα» του Αλμπέρτο Μανιάγκι. Απόδοση: Γιώργος Δημητρίου)